Άραγε, τι θα έλεγαν οι φίλοι μας οι Ρωμαίοι, οι τεχνίτες των θεμελίων της σύγχρονης νομικής επιστήμης, σε συνεχή χρήση μέχρις και σήμερα*, αν μάθαιναν με κάποιον αντιβαίνοντα τους νόμους της φυσικής του σύμπαντος και της γραμμικότητας του χρόνου τρόπο, ότι η περίφημη αρχή «pacta sunt servanda» που διέπει κατ’ αρχήν το δίκαιο των συμβάσεων, με την έννοια ότι οι συμφωνίες υπάρχουν για να τηρούνται αμφιμερώς, εφόσον συνάπτονται οικειοθελώς στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας**, μπορεί να παραμεριστεί με πρωτοβουλία του ενός αντισυμβαλλομένου, χωρίς καν να συντρέχει κάποιος λόγος ανωτέρας βίας ή υπαίτιας παραβατικής συμπεριφοράς του έτερου μέρους, απλώς και μόνον για εντελώς ιδιοτελή, καθαρά οικονομικά συμφέροντα, όπως η κερδοσκοπία;
Ιδίως, μάλιστα, όταν αυτή η αθέτηση της σύμβασης, χαρακτηριζόμενη ως αποτελεσματική εκ μέρους των οικονομολόγων, διότι ακριβώς προσκομίζει στα αντισυμβαλλόμενα μέρη όχι φυσικά την πρωτογενώς συμφωνηθείσα παροχή και αντιπαροχή, αλλά χρηματικές αξίες που αντικειμενικά τουλάχιστον κρινόμενες, υπερβαίνουν για τον παραβάτη και αντιστοιχούν ποσοτικά για τον ζημιωθέντα στα αρχικά συμβατικά τους δικαιώματα, συντελείται από έναν παίκτη της κοινωνικής ζωής, κάτοχο της ιδιότητας του οικονομικού, διοικητικού και τεχνολογικού κολοσσού, όπως είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα; Αναμφίβολα, βέβαια, δεν υπήρχε ο θεσμός αυτός ούτε ανάλογός του κατά την περίοδο των αρχαίων χρόνων των μεγάλων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων, καθώς δημιουργήθηκε ύστερα από πολλούς αιώνες μετά τη res publica και την Pax Romana των αυτοκρατόρων, αν και οι απαρχές του τοποθετούνται ειρωνικά στην ευρύτερη περιοχή των Ετρούσκων προγόνων τους, τη Φλωρεντία. Εντούτοις, οι συγκεκριμένες οντότητες φέρουν μία γνωστή σε εκείνον τον πολιτισμό δημόσιου ενδιαφέροντος διάσταση, δεδομένης της αξίας της δημόσιας σφαίρας, καθώς ακόμη και αν δεν πρόκειται πάντοτε για μία κεντρική τράπεζα***, λόγω ακριβώς της ιδιότητας όλων των συστημικών εμπορικών τραπεζών ως χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, τούτες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως κεντρικοί, αυξητικοί της κοινωνικής ευημερίας παράγοντες εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης, του μεγάλου όγκου και της σταθερής συχνότητας των σχετικών δραστηριοτήτων τους, ακόμη και αν δεν ασκούν με την κυριολεκτική έννοια δημόσια εξουσία, λατινιστί imperium.
Η αλήθεια είναι ότι πιθανόν οι προπάτορες της νομικής επιστήμης, μάλλον θα συμφωνούσαν με το φαινόμενο της αποτελεσματικής αθέτησης της σύμβασης, δεδομένου ότι το ρωμαϊκό δίκαιο ήταν πιο πραγματιστικό παρά δογματικό, ρυθμίζοντας, άλλωστε, ρητά συμβατικές παρεκκλίσεις, ώστε εκείνες να μην θεωρούνταν τελικά ένα τόσο ακραίο και εξαιρετικό γεγονός. Ωστόσο, η προαναφερθείσα βασική αρχή του συμβατικού δικαίου δεν ανάγεται τελικά, όπως ίσως να υπέθετε κανείς, στα αρχαϊκά, αλλά στα κλασικά χρόνια του Μεσαίωνα αρχικά, και της Αναγέννησης μετέπειτα, οπότε και εφεξής αποτέλεσε τη βάση όχι μόνον του Αστικού, και ειδικότερα του Ενοχικού Δικαίου, αλλά και του Δημόσιου Διεθνούς, αφού είναι συστατικό στοιχείο των διεθνών συμβάσεων, που διέπουν, μεταξύ άλλων, και την ιδιαιτέρως φορτισμένης σημασίας για την εθνική κυριαρχία, οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Οι θιασώτες, λοιπόν, αυτοί του φυσικού δικαίου, με έντονες, βέβαια, ρωμαϊκές, αλλά και αρχαιοελληνικές επιρροές, μάλλον θα παρατηρούσαν με περίσσεια καχυποψία την παρείσφρηση έντονα τεχνικών, οικονομικών εννοιών της Σχολής του Chicago, του ακαδημαϊκού κέντρου της διασύνδεσης νομικής και οικονομικής επιστήμης στον απόηχο των ρηξικέλευθων δημοσιεύσεων του Καθηγητή Ronald Coase , εντός του άλλοτε αποκλειστικού πεδίου κατίσχυσης μίας στηριζόμενης στην ηθική τάξη ιδέας, η οποία κατά τα διδάγματα του νατουραλισμού απέρρεε είτε από την ίδια τη θεία ουσία ή, εναλλακτικά και λιγότερο θεολογικά, από τον ορθό λόγο. Τούτη αποτύπωνε, από κοινού με τις λοιπές γενικές δικαιϊκές αρχές του συγκεκριμένου φιλοσοφικού ρεύματος, την έννοια της πανανθρώπινης δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα στον συμβατικό τομέα, εκείνη της ασφάλειας των συναλλαγών, οι οποίες κατά την επίμαχη περίοδο διογκώνονταν σημαντικά, παράλληλα με μία άνευ προηγουμένου ανάπτυξη του εμπορίου και την ανάδυση της, νέας ακόμη τότε, μεσαίας αστικής τάξης.
Επί του πρακτέου, όμως, στο πλαίσιο της παρούσης εργασίας, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην έκφανση της γενικής αρχής αυτής ειδικά στο ιδιωτικό δίκαιο, δεδομένης της κατά λογική αναγκαιότητα συνάρτησής της με μία άλλη βασική δικαιική αρχή στο πεδίο των συμβάσεων, εκείνη της σχετικότητας των ενοχών (inter partes), υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα μίας σύμβασης, και άρα, εν προκειμένω, οι συνέπειες της αποτελεσματικής αθέτησής της, κατ’ αρχήν θετικές, επηρεάζουν αποκλειστικώς και μόνον τα αντισυμβαλλόμενα μέρη της εκάστοτε ενοχικής σχέσης. Δεδομένου, όμως, ότι στις τραπεζικές συμβάσεις, το ένα μέρος είναι πάντα αναπόφευκτα το πιστωτικό ίδρυμα, η απομάκρυνση από το συνήθως συμβαίνον και το κανονιστικώς αναμενόμενο, δηλαδή από την επίδειξη της προσήκουσας με βάση την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών επιμέλειας προς τήρηση των συμφωνηθέντων, ακόμη και αν αυτή η συμβατική διασάλευση αποβαίνει τελικώς ωφέλιμη, με την έννοια της αποφυγής της χρηματικής βλάβης, και για τον αντισυμβαλλόμενο πελάτη της τράπεζας, συγχρόνως, ιδιώτη καταναλωτή ή επαγγελματία επενδυτή ή/και νομικό πρόσωπο με εμπορική ιδιότητα, ενδεχομένως μπορεί η ίδια η συμβατική παράβαση να προκαλέσει εξ αντανακλάσεως άλλες, αθέμιτες και ακούσιες για τον υπόλοιπο γενικό πληθυσμό συνέπειες. Πρόκειται για τις λεγόμενες στα οικονομικά αρνητικές εξωτερικότητες, που στην εξεταζόμενη περίπτωση προκύπτουν ακριβώς επειδή η λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι καίριας σημασίας για τις σύγχρονες κοινωνίες, σε μία περίοδο, μάλιστα, που η εμπιστοσύνη στην υπόστασή τους είναι ήδη ευάλωτη λόγω της σχετικώς πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης και των ακόμη νωπών αποτυπωμάτων της, ώστε η απειλή ενός ολικού συστημικού οικονομικού κινδύνου να μην φαίνεται και τόσο απομακρυσμένη.
* με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της καθημερινής πρακτικής, τη νόθο υποκειμενική ευθύνη του πωλητή έναντι του αγοραστή για τα (πραγματικά) ελαττώματα του πράγματος, του βασικού, δηλαδή, αντικειμένου της μεταξύ τους συναλλακτικής σχέσης, κατά την ΑΚ 539.
** ΑΚ 361, ως απόρροια της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας με το συνταγματικό της έρεισμα στην αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (Σ 5 παρ. 1).
*** η ασπάζουσα το οργανικό κριτήριο για την κατάφαση της ύπαρξης εκτελεστών διοικητικών πράξεων, νομολογία, προκειμένου να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό ως τέτοιων ορισμένων ενεργειών ιδιωτικού δικαίου νομικών προσώπων που παρόλα αυτά ασκούν πράγματι δημόσια εξουσία, τους αποδίδει δημόσιο χαρακτήρα, όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της Τράπεζας της Ελλάδος, δημιουργώντας το καινοφανές κατασκεύασμα του «διφυούς» νομικού προσώπου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου