Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Το Αποτελεσματικώς Αθετείν τη Σύμβαση Εστί Φιλοσοφείν

   Άραγε, τι θα έλεγαν οι φίλοι μας οι Ρωμαίοι, οι τεχνίτες των θεμελίων της σύγχρονης νομικής επιστήμης, σε συνεχή χρήση μέχρις και σήμερα*, αν μάθαιναν με κάποιον αντιβαίνοντα τους νόμους της φυσικής του σύμπαντος και της γραμμικότητας του χρόνου τρόπο, ότι η περίφημη αρχή «pacta sunt servanda» που διέπει κατ’ αρχήν το δίκαιο των συμβάσεων, με την έννοια ότι οι συμφωνίες υπάρχουν για να τηρούνται αμφιμερώς, εφόσον συνάπτονται οικειοθελώς στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας**, μπορεί να παραμεριστεί με πρωτοβουλία του ενός αντισυμβαλλομένου, χωρίς καν να συντρέχει κάποιος λόγος ανωτέρας βίας ή υπαίτιας παραβατικής συμπεριφοράς του έτερου μέρους, απλώς και μόνον για εντελώς ιδιοτελή, καθαρά οικονομικά συμφέροντα, όπως η κερδοσκοπία; 

Ιδίως, μάλιστα, όταν αυτή η αθέτηση της σύμβασης, χαρακτηριζόμενη ως αποτελεσματική εκ μέρους των οικονομολόγων, διότι ακριβώς προσκομίζει στα αντισυμβαλλόμενα μέρη όχι φυσικά την πρωτογενώς συμφωνηθείσα παροχή και αντιπαροχή, αλλά χρηματικές αξίες που αντικειμενικά τουλάχιστον κρινόμενες, υπερβαίνουν για τον παραβάτη και αντιστοιχούν ποσοτικά για τον ζημιωθέντα στα αρχικά συμβατικά τους δικαιώματα, συντελείται από έναν παίκτη της κοινωνικής ζωής, κάτοχο της ιδιότητας του οικονομικού, διοικητικού και τεχνολογικού κολοσσού, όπως είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα; Αναμφίβολα, βέβαια, δεν υπήρχε ο θεσμός αυτός ούτε ανάλογός του κατά την περίοδο των αρχαίων χρόνων των μεγάλων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων, καθώς δημιουργήθηκε ύστερα από πολλούς αιώνες μετά τη res publica και την Pax Romana των αυτοκρατόρων, αν και οι απαρχές του τοποθετούνται ειρωνικά στην ευρύτερη περιοχή των Ετρούσκων προγόνων τους, τη Φλωρεντία. Εντούτοις, οι συγκεκριμένες οντότητες φέρουν μία γνωστή σε εκείνον τον πολιτισμό δημόσιου ενδιαφέροντος διάσταση, δεδομένης της αξίας της δημόσιας σφαίρας, καθώς ακόμη και αν δεν πρόκειται πάντοτε για μία κεντρική τράπεζα***, λόγω ακριβώς της ιδιότητας όλων των συστημικών εμπορικών τραπεζών ως χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, τούτες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως κεντρικοί, αυξητικοί της κοινωνικής ευημερίας παράγοντες εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης, του μεγάλου όγκου και της σταθερής συχνότητας των σχετικών δραστηριοτήτων τους, ακόμη και αν δεν ασκούν με την κυριολεκτική έννοια δημόσια εξουσία, λατινιστί imperium. 

Η αλήθεια είναι ότι πιθανόν οι προπάτορες της νομικής επιστήμης, μάλλον θα συμφωνούσαν με το φαινόμενο της αποτελεσματικής αθέτησης της σύμβασης, δεδομένου ότι το ρωμαϊκό δίκαιο ήταν πιο πραγματιστικό παρά δογματικό, ρυθμίζοντας, άλλωστε, ρητά συμβατικές παρεκκλίσεις, ώστε εκείνες να μην θεωρούνταν τελικά ένα τόσο ακραίο και εξαιρετικό γεγονός. Ωστόσο, η προαναφερθείσα βασική αρχή του συμβατικού δικαίου δεν ανάγεται τελικά, όπως ίσως να υπέθετε κανείς, στα αρχαϊκά, αλλά στα κλασικά χρόνια του Μεσαίωνα αρχικά, και της Αναγέννησης μετέπειτα, οπότε και εφεξής αποτέλεσε τη βάση όχι μόνον του Αστικού, και ειδικότερα του Ενοχικού Δικαίου, αλλά και του Δημόσιου Διεθνούς, αφού είναι συστατικό στοιχείο των διεθνών συμβάσεων, που διέπουν, μεταξύ άλλων, και την ιδιαιτέρως φορτισμένης σημασίας για την εθνική κυριαρχία, οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι θιασώτες, λοιπόν, αυτοί του φυσικού δικαίου, με έντονες, βέβαια, ρωμαϊκές, αλλά και αρχαιοελληνικές επιρροές, μάλλον θα παρατηρούσαν με περίσσεια καχυποψία την παρείσφρηση έντονα τεχνικών, οικονομικών εννοιών της Σχολής του Chicago, του ακαδημαϊκού κέντρου της διασύνδεσης νομικής και οικονομικής επιστήμης στον απόηχο των ρηξικέλευθων δημοσιεύσεων του Καθηγητή Ronald Coase , εντός του άλλοτε αποκλειστικού πεδίου κατίσχυσης μίας στηριζόμενης στην ηθική τάξη ιδέας, η οποία κατά τα διδάγματα του νατουραλισμού απέρρεε είτε από την ίδια τη θεία ουσία ή, εναλλακτικά και λιγότερο θεολογικά, από τον ορθό λόγο. Τούτη αποτύπωνε, από κοινού με τις λοιπές γενικές δικαιϊκές αρχές του συγκεκριμένου φιλοσοφικού ρεύματος, την έννοια της πανανθρώπινης δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα στον συμβατικό τομέα, εκείνη της ασφάλειας των συναλλαγών, οι οποίες κατά την επίμαχη περίοδο διογκώνονταν σημαντικά, παράλληλα με μία άνευ προηγουμένου ανάπτυξη του εμπορίου και την ανάδυση της, νέας ακόμη τότε, μεσαίας αστικής τάξης.

Επί του πρακτέου, όμως, στο πλαίσιο της παρούσης εργασίας, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην έκφανση της γενικής αρχής αυτής ειδικά στο ιδιωτικό δίκαιο, δεδομένης της κατά λογική αναγκαιότητα συνάρτησής της με μία άλλη βασική δικαιική αρχή στο πεδίο των συμβάσεων, εκείνη της σχετικότητας των ενοχών (inter partes), υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα μίας σύμβασης, και άρα, εν προκειμένω, οι συνέπειες της αποτελεσματικής αθέτησής της, κατ’ αρχήν θετικές, επηρεάζουν αποκλειστικώς και μόνον τα αντισυμβαλλόμενα μέρη της εκάστοτε ενοχικής σχέσης. Δεδομένου, όμως, ότι στις τραπεζικές συμβάσεις, το ένα μέρος είναι πάντα αναπόφευκτα το πιστωτικό ίδρυμα, η απομάκρυνση από το συνήθως συμβαίνον και το κανονιστικώς αναμενόμενο, δηλαδή από την επίδειξη της προσήκουσας με βάση την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών επιμέλειας προς τήρηση των συμφωνηθέντων, ακόμη και αν αυτή η συμβατική διασάλευση αποβαίνει τελικώς ωφέλιμη, με την έννοια της αποφυγής της χρηματικής βλάβης, και για τον αντισυμβαλλόμενο πελάτη της τράπεζας, συγχρόνως, ιδιώτη καταναλωτή ή επαγγελματία επενδυτή ή/και νομικό πρόσωπο με εμπορική ιδιότητα, ενδεχομένως μπορεί η ίδια η συμβατική παράβαση να προκαλέσει εξ αντανακλάσεως άλλες, αθέμιτες και ακούσιες για τον υπόλοιπο γενικό πληθυσμό συνέπειες. Πρόκειται για τις λεγόμενες στα οικονομικά αρνητικές εξωτερικότητες, που στην εξεταζόμενη περίπτωση προκύπτουν ακριβώς επειδή η λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι καίριας σημασίας για τις σύγχρονες κοινωνίες, σε μία περίοδο, μάλιστα, που η εμπιστοσύνη στην υπόστασή τους είναι ήδη ευάλωτη λόγω της σχετικώς πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης και των ακόμη νωπών αποτυπωμάτων της, ώστε η απειλή ενός ολικού συστημικού οικονομικού κινδύνου να μην φαίνεται και τόσο απομακρυσμένη.


* με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της καθημερινής πρακτικής, τη νόθο υποκειμενική ευθύνη του πωλητή έναντι του αγοραστή για τα (πραγματικά) ελαττώματα του πράγματος, του βασικού, δηλαδή, αντικειμένου της μεταξύ τους συναλλακτικής σχέσης, κατά την ΑΚ 539.


** ΑΚ 361, ως απόρροια της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας με το συνταγματικό της έρεισμα στην αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (Σ 5 παρ. 1).


*** η ασπάζουσα το οργανικό κριτήριο για την κατάφαση της ύπαρξης εκτελεστών διοικητικών πράξεων, νομολογία, προκειμένου να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό ως τέτοιων ορισμένων ενεργειών ιδιωτικού δικαίου νομικών προσώπων που παρόλα αυτά ασκούν πράγματι δημόσια εξουσία, τους αποδίδει δημόσιο χαρακτήρα, όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της Τράπεζας της Ελλάδος, δημιουργώντας το καινοφανές κατασκεύασμα του «διφυούς» νομικού προσώπου.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

The Third Lorelai

 «Κάνετε κρύο Americano;»

 «Πώς θα μπορούσα να το κάνω αυτό;»
 
«Ξέρω 'γω, όπως το κάνουν στα Starbucks.»
 
«Πώς το κάνουν στα Starbucks;»

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Δίκαιο και Οικονομικά

     Διαχρονικό πρόβλημα του ανθρώπου το ανεξάντλητο των αναγκών και επιθυμιών του, αφού κάθε φορά που μία ικανοποιείται, αναπληρώνεται από άλλη νέα, σε συνδυασμό με το πεπερασμένο των πόρων, όχι μόνον υλικών, κατ’ αρχήν χρηματικών, αλλά και φυσικών, όπως χρόνου, ικανοτήτων, αντοχής. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται άρρηκτα με την επινόηση και την αναγκαιότητα της ύπαρξης του δικαίου, ως του συστήματος που κατατείνει στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των ατόμων με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξής τους. Έτσι, οι επιλογές μας, μικρές ή μεγαλεπήβολες, υπόκεινται στο δεσμευτικό πεδίο αυτών των κανόνων δικαίου που καλούνται να επιλύσουν τις συγκρούσεις που προκύπτουν από την υλοποίηση των αποφάσεων των επιμέρους μελών του κοινωνικού συνόλου. 

    Η επίλυση, όμως, αυτή αποδεικνύεται ιδιαιτέρως δυσχερής με βάση μόνον τα εργαλεία που προσφέρει ο νομικός φορμαλισμός, δηλαδή η παραδοσιακή νομική δογματική, σύμφωνα με την οποία για όλα η επιστήμη προσφέρει αυτοτελώς ορθές λύσεις που δεν έχουν δήθεν σχέση με την ηθική, την πολιτική ή την οικονομία, ήτοι με στοιχεία εξωδικαιϊκά. Ιδίως κατά την έναρξη της πανδημικής κρίσης της COVID-19 απεδείχθη περίτρανα το πεπερασμένο όριο αντοχής των παραδοσιακών νομικών εργαλείων, καθώς κρίθηκαν ανίκανα για τον καθορισμό του τρόπου διαλογής των ασθενών προς εισαγωγή στις περιορισμένου αριθμού κλίνες ΜΕΘ. Μια απάντηση με επίκληση στο ατομικό δικαίωμα στην υγεία, στο κοινωνικό με την έννοια της κρατικής υποχρέωσης προς θετική παρέμβαση για διασφάλιση της δημόσιας υγείας, στην αρχή της ισότητας, όπως και στην αρχή της αξίας του ανθρώπου, δεν ήταν επαρκής ενώπιον ενός υπαρξιακής υφής διλήμματος, από την πλευρά τουλάχιστον των οργάνων της νομοθετικής πρωτοβουλίας, αν όχι και από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου. 

    Αλλά και η δικαστική εξουσία, και προπάντων η νομολογία του ΣτΕ κατά τον οριακό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων απαιτεί πλέον ρητά από τον νομοθέτη την προσκόμιση της κατάλληλης αναλογιστικής μελέτης (complex economic assessment), δηλαδή των έγκαιρων πορισμάτων βάσει των σχετικώς κρατούντων επιστημονικών δεδομένων από τους πάσης φύσεως τεχνοκράτες, με περαιτέρω αποτέλεσμα την τεχνοκρατικοποίηση τόσο των πολιτικών επιλογών όσο και της δικαστικής κρίσης, εν προκειμένω με τη μορφή της κοστολόγησης της ανθρώπινης ζωής. 

    Και σε ένα γενικότερο πλαίσιο, όμως, εκτός της εποχής των διακινδυνεύσεων και των αλλεπάλληλων κρίσεων που μαστίζουν την παγκόσμια κοινωνία από το κατώφλι του νέου αιώνα και εξής, η κατάφαση των προϋποθέσεων της αξίωσης αποζημίωσης είτε λόγω αθέτησης προϋφιστάμενης ενοχικής υποχρέωσης είτε λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, όπου επιδικάζεται ένα ορισμένο χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας ή/και των διαφυγόντων κερδών, στη δεύτερη περίπτωση δε ενδεχομένως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, γεννά το ειδικότερο ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού της χρηματικής οφειλής. 

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην αμερικανική νομολογία, όταν το σώμα ενόρκων καταδίκασε γνωστή εταιρία παραγωγής αυτοκινήτων στο πλαίσιο της ποινικής αποζημίωσης (punitive damages) στην καταβολή ενός αστρονομικού ποσού με τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων δολαρίων, αυτό στη συνέχεια μειώθηκε υπέρμετρα από τον δικαστή όπως άλλωστε αυτός γενικά νομιμοποιείται να πράττει, και όπως εν προκειμένω όφειλε σε μόλις μονοψήφιο αριθμό εκατομμυρίων, με βάση, όμως, όχι την περιορισμένη έκταση της ζημίας του ιδιοκτήτη του πωληθέντος, μη ανταποκρινόμενου στις προβλεπόμενες προδιαγραφές, αυτοκινήτου. Μιας ελαττωματικότητας μάλιστα εν γνώσει της εταιρίας που είχε προαποφασίσει κατόπιν μίας εκτίμησης κόστους-οφέλους να μην ανακαλέσει γενικά την ελαττωματική παράγωγή παρόμοιων προϊόντων, καθώς υπολόγισε ότι η αποζημίωση, την οποία σε περίπτωση ενδεχόμενου ατυχήματος και μετέπειτα εναγωγής της θα καλούταν να καταβάλει, υπολειπόταν του κόστους της γενικής ανάκλησης των εν λόγων προϊόντων της προκαταβολικά. Αντίθετα, ο δικαστής έκρινε με βάση τη δυσανάλογη έκταση της ζημίας που θα προξενούσε στην εταιρία η υποχρέωση καταβολής του αρχικά επιδικασθέντος ποσού, δηλαδή με βάση τη βέβαιη πτώχευση και τη μετέπειτα λύση της, και κυρίως με βάση την αναμφίβολη περικοπή εξόδων υπό τη μορφή μαζικών απολύσεων του προσωπικού, και άρα εν τέλει λαμβάνοντας υπόψιν τις γενικότερες συνέπειες στην ευρύτερη οικονομία με σημαντική άνοδο των δεικτών ανεργίας. 

    Ενόψει τούτων των παραδειγμάτων είτε στο πεδίο του δημόσιου δικαίου υπό ανώμαλες περιόδους κρίσεων, είτε στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου υπό τις ομαλές συνθήκες της συνήθους παράβασης των διατάξεών του που δεν επισύρουν απαραίτητα ποινικές κυρώσεις, έστω και στο πλαίσιο αδικοπραξίας, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς τη σημασία της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου, την αξιοποίηση δηλαδή των εργαλείων της οικονομικής επιστήμης με σκοπό de lege ferenda την κατασκευή αποτελεσματικών κανόνων δικαίου, την πρόβλεψη των εννόμων συνεπειών και την αποφυγή των αθέλητων επιπτώσεών τους, de lege lata την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ώστε να επιτυγχάνουν τον αληθή επιδιωκόμενο σκοπό τους. H οικονομική ανάλυση του δικαίου συνδέεται τελικά με τον ωφελιμισμό, δηλαδή με μια στάθμιση κόστους-οφέλους, ώστε ο άνθρωπος να λειτουργεί ως ο ορθολογικός μεγιστοποιητής των ωφελειών του. 

    Άλλωστε, τόσο η νομική όσο και η οικονομική επιστήμη είναι έρμαια της αβυσσαλέας κριτικής ότι στην πραγματικότητα δεν αποτελούν stricto sensu επιστήμες υπό την έννοια των θετικών επιστημών που διακρίνονται από τη δήθεν αδιαμφισβήτητη αντικειμενικότητα και ακρίβεια των μεθόδων και αποτελεσμάτων τους. Πως δηλαδή τα νομικά και τα οικονομικά δομούν τον δικό τους κόσμο, είναι τεχνητές, πλασματικές κατασκευές. Αλλά σε τελευταία ανάλυση και τι στην κοινωνία δεν αποτελεί μια σύμβαση μεταξύ όλων μας; 

    Εξάλλου, ακόμη και ο νομικός θετικισμός του 20ου αιώνα, το φιλοσοφικό ρεύμα του δικαίου που επινοήθηκε ως απάντηση στο πρόβλημα της έλλειψης αντικειμενικότητας της νομικής επιστήμης, ώστε να της προσδώσει κάτι από το κύρος των προαναφερόμενων θετικών μέσω αυστηρής ανάγνωσης του γράμματος του νόμου και ερμηνείας του δικαίου όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι, δεν είναι απαλλαγμένος από μια προαντίληψη, μια προερμηνευτική προετοιμασία και προσωπικά αφηγήματα του νομικού, ακόμη μάλιστα και του δικαστή, έστω και εκείνου ανώτατου δικαστηρίου. Επομένως, ακόμη και υπό το αυστηρό πρίσμα αυτό, η σύνδεση του δικαίου με εξωδικαιϊκά στοιχεία, όπως με την ηθική, την πολιτική και την οικονομία, είναι άρρηκτη, μη δυνάμενη να διασπασθεί. 

    Άλλωστε, μετά το «τέλος της ιστορίας» και την επικράτηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που στη σύγχρονη εποχή κατακλύζεται από επιχειρήσεις, δηλαδή νομικά και όχι φυσικά πρόσωπα, είτε καθαρόαιμα ιδιωτικά είτε δημόσια που πάρα ταύτα λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, τις λεγόμενες δημόσιες επιχειρήσεις, αποβαίνει αναγκαία αφενός μεν η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας τους στο πλαίσιο της ελευθερίας της επιχειρηματικής δράσης, που δεν επηρεάζεται πλέον αποκλειστικά από το εταιρικό δίκαιο, αλλά και από όρους όπως «εταιρική κοινωνική ευθύνη» και «εταιρική διακυβέρνηση» δηλαδή από έννοιες απορρέουσες από διατάξεις του λογιστικού δικαίου που τείνουν να επηρεάσουν την ιδιαιτερότητα των εταιρικών θεσμών, καθώς η διαμόρφωση της καλής φήμης της εταιρίας μέσω κοινωνικών δράσεων και οικονομικής φύσεως παροχών για επίλυση ζητημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος αποτελεί ύψιστης αξίας άυλο αγαθό. Αφετέρου δε, η κατανόηση των όρων του κρατικού παρεμβατισμού για τη διασφάλιση της ελευθερίας της αγοράς και του ανταγωνισμού, ενός φαινομένου που παρά τη γενική εντύπωση είναι σύμφυτος και όχι εξ ορισμού ενάντιος του φιλελευθερισμού, διότι ο συνδυασμός ενός μοντέλου ανοιχτής αγοράς με ένα δημόσιας εποπτείας είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι λιγότερο κακό διαθέτουμε.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Όνειρο στη Γερμανία

Σε είδα στον ύπνο μου και μιλήσαμε, αλλά όχι λόγω της διάστασης του υποσυνειδήτου, μα επειδή βρεθήκαμε σε ξένη χώρα.

Το Αποτελεσματικώς Αθετείν τη Σύμβαση Εστί Φιλοσοφείν

    Άραγε, τι θα έλεγαν οι φίλοι μας οι Ρωμαίοι, οι τεχνίτες των θεμελίων της σύγχρονης νομικής επιστήμης, σε συνεχή χρήση μέχρις και σήμερα...