Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

The Third Lorelai

 «Κάνετε κρύο Americano;»

 «Πώς θα μπορούσα να το κάνω αυτό;»
 
«Ξέρω 'γω, όπως το κάνουν στα Starbucks.»
 
«Πώς το κάνουν στα Starbucks;»

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Δίκαιο και Οικονομικά

     Διαχρονικό πρόβλημα του ανθρώπου το ανεξάντλητο των αναγκών και επιθυμιών του, αφού κάθε φορά που μία ικανοποιείται, αναπληρώνεται από άλλη νέα, σε συνδυασμό με το πεπερασμένο των πόρων, όχι μόνον υλικών, κατ’ αρχήν χρηματικών, αλλά και φυσικών, όπως χρόνου, ικανοτήτων, αντοχής. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται άρρηκτα με την επινόηση και την αναγκαιότητα της ύπαρξης του δικαίου, ως του συστήματος που κατατείνει στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των ατόμων με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξής τους. Έτσι, οι επιλογές μας, μικρές ή μεγαλεπήβολες, υπόκεινται στο δεσμευτικό πεδίο αυτών των κανόνων δικαίου που καλούνται να επιλύσουν τις συγκρούσεις που προκύπτουν από την υλοποίηση των αποφάσεων των επιμέρους μελών του κοινωνικού συνόλου. 

    Η επίλυση, όμως, αυτή αποδεικνύεται ιδιαιτέρως δυσχερής με βάση μόνον τα εργαλεία που προσφέρει ο νομικός φορμαλισμός, δηλαδή η παραδοσιακή νομική δογματική, σύμφωνα με την οποία για όλα η επιστήμη προσφέρει αυτοτελώς ορθές λύσεις που δεν έχουν δήθεν σχέση με την ηθική, την πολιτική ή την οικονομία, ήτοι με στοιχεία εξωδικαιϊκά. Ιδίως κατά την έναρξη της πανδημικής κρίσης της COVID-19 απεδείχθη περίτρανα το πεπερασμένο όριο αντοχής των παραδοσιακών νομικών εργαλείων, καθώς κρίθηκαν ανίκανα για τον καθορισμό του τρόπου διαλογής των ασθενών προς εισαγωγή στις περιορισμένου αριθμού κλίνες ΜΕΘ. Μια απάντηση με επίκληση στο ατομικό δικαίωμα στην υγεία, στο κοινωνικό με την έννοια της κρατικής υποχρέωσης προς θετική παρέμβαση για διασφάλιση της δημόσιας υγείας, στην αρχή της ισότητας, όπως και στην αρχή της αξίας του ανθρώπου, δεν ήταν επαρκής ενώπιον ενός υπαρξιακής υφής διλήμματος, από την πλευρά τουλάχιστον των οργάνων της νομοθετικής πρωτοβουλίας, αν όχι και από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου. 

    Αλλά και η δικαστική εξουσία, και προπάντων η νομολογία του ΣτΕ κατά τον οριακό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων απαιτεί πλέον ρητά από τον νομοθέτη την προσκόμιση της κατάλληλης αναλογιστικής μελέτης (complex economic assessment), δηλαδή των έγκαιρων πορισμάτων βάσει των σχετικώς κρατούντων επιστημονικών δεδομένων από τους πάσης φύσεως τεχνοκράτες, με περαιτέρω αποτέλεσμα την τεχνοκρατικοποίηση τόσο των πολιτικών επιλογών όσο και της δικαστικής κρίσης, εν προκειμένω με τη μορφή της κοστολόγησης της ανθρώπινης ζωής. 

    Και σε ένα γενικότερο πλαίσιο, όμως, εκτός της εποχής των διακινδυνεύσεων και των αλλεπάλληλων κρίσεων που μαστίζουν την παγκόσμια κοινωνία από το κατώφλι του νέου αιώνα και εξής, η κατάφαση των προϋποθέσεων της αξίωσης αποζημίωσης είτε λόγω αθέτησης προϋφιστάμενης ενοχικής υποχρέωσης είτε λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, όπου επιδικάζεται ένα ορισμένο χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας ή/και των διαφυγόντων κερδών, στη δεύτερη περίπτωση δε ενδεχομένως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, γεννά το ειδικότερο ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού της χρηματικής οφειλής. 

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην αμερικανική νομολογία, όταν το σώμα ενόρκων καταδίκασε γνωστή εταιρία παραγωγής αυτοκινήτων στο πλαίσιο της ποινικής αποζημίωσης (punitive damages) στην καταβολή ενός αστρονομικού ποσού με τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων δολαρίων, αυτό στη συνέχεια μειώθηκε υπέρμετρα από τον δικαστή όπως άλλωστε αυτός γενικά νομιμοποιείται να πράττει, και όπως εν προκειμένω όφειλε σε μόλις μονοψήφιο αριθμό εκατομμυρίων, με βάση, όμως, όχι την περιορισμένη έκταση της ζημίας του ιδιοκτήτη του πωληθέντος, μη ανταποκρινόμενου στις προβλεπόμενες προδιαγραφές, αυτοκινήτου. Μιας ελαττωματικότητας μάλιστα εν γνώσει της εταιρίας που είχε προαποφασίσει κατόπιν μίας εκτίμησης κόστους-οφέλους να μην ανακαλέσει γενικά την ελαττωματική παράγωγή παρόμοιων προϊόντων, καθώς υπολόγισε ότι η αποζημίωση, την οποία σε περίπτωση ενδεχόμενου ατυχήματος και μετέπειτα εναγωγής της θα καλούταν να καταβάλει, υπολειπόταν του κόστους της γενικής ανάκλησης των εν λόγων προϊόντων της προκαταβολικά. Αντίθετα, ο δικαστής έκρινε με βάση τη δυσανάλογη έκταση της ζημίας που θα προξενούσε στην εταιρία η υποχρέωση καταβολής του αρχικά επιδικασθέντος ποσού, δηλαδή με βάση τη βέβαιη πτώχευση και τη μετέπειτα λύση της, και κυρίως με βάση την αναμφίβολη περικοπή εξόδων υπό τη μορφή μαζικών απολύσεων του προσωπικού, και άρα εν τέλει λαμβάνοντας υπόψιν τις γενικότερες συνέπειες στην ευρύτερη οικονομία με σημαντική άνοδο των δεικτών ανεργίας. 

    Ενόψει τούτων των παραδειγμάτων είτε στο πεδίο του δημόσιου δικαίου υπό ανώμαλες περιόδους κρίσεων, είτε στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου υπό τις ομαλές συνθήκες της συνήθους παράβασης των διατάξεών του που δεν επισύρουν απαραίτητα ποινικές κυρώσεις, έστω και στο πλαίσιο αδικοπραξίας, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς τη σημασία της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου, την αξιοποίηση δηλαδή των εργαλείων της οικονομικής επιστήμης με σκοπό de lege ferenda την κατασκευή αποτελεσματικών κανόνων δικαίου, την πρόβλεψη των εννόμων συνεπειών και την αποφυγή των αθέλητων επιπτώσεών τους, de lege lata την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ώστε να επιτυγχάνουν τον αληθή επιδιωκόμενο σκοπό τους. H οικονομική ανάλυση του δικαίου συνδέεται τελικά με τον ωφελιμισμό, δηλαδή με μια στάθμιση κόστους-οφέλους, ώστε ο άνθρωπος να λειτουργεί ως ο ορθολογικός μεγιστοποιητής των ωφελειών του. 

    Άλλωστε, τόσο η νομική όσο και η οικονομική επιστήμη είναι έρμαια της αβυσσαλέας κριτικής ότι στην πραγματικότητα δεν αποτελούν stricto sensu επιστήμες υπό την έννοια των θετικών επιστημών που διακρίνονται από τη δήθεν αδιαμφισβήτητη αντικειμενικότητα και ακρίβεια των μεθόδων και αποτελεσμάτων τους. Πως δηλαδή τα νομικά και τα οικονομικά δομούν τον δικό τους κόσμο, είναι τεχνητές, πλασματικές κατασκευές. Αλλά σε τελευταία ανάλυση και τι στην κοινωνία δεν αποτελεί μια σύμβαση μεταξύ όλων μας; 

    Εξάλλου, ακόμη και ο νομικός θετικισμός του 20ου αιώνα, το φιλοσοφικό ρεύμα του δικαίου που επινοήθηκε ως απάντηση στο πρόβλημα της έλλειψης αντικειμενικότητας της νομικής επιστήμης, ώστε να της προσδώσει κάτι από το κύρος των προαναφερόμενων θετικών μέσω αυστηρής ανάγνωσης του γράμματος του νόμου και ερμηνείας του δικαίου όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι, δεν είναι απαλλαγμένος από μια προαντίληψη, μια προερμηνευτική προετοιμασία και προσωπικά αφηγήματα του νομικού, ακόμη μάλιστα και του δικαστή, έστω και εκείνου ανώτατου δικαστηρίου. Επομένως, ακόμη και υπό το αυστηρό πρίσμα αυτό, η σύνδεση του δικαίου με εξωδικαιϊκά στοιχεία, όπως με την ηθική, την πολιτική και την οικονομία, είναι άρρηκτη, μη δυνάμενη να διασπασθεί. 

    Άλλωστε, μετά το «τέλος της ιστορίας» και την επικράτηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που στη σύγχρονη εποχή κατακλύζεται από επιχειρήσεις, δηλαδή νομικά και όχι φυσικά πρόσωπα, είτε καθαρόαιμα ιδιωτικά είτε δημόσια που πάρα ταύτα λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, τις λεγόμενες δημόσιες επιχειρήσεις, αποβαίνει αναγκαία αφενός μεν η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας τους στο πλαίσιο της ελευθερίας της επιχειρηματικής δράσης, που δεν επηρεάζεται πλέον αποκλειστικά από το εταιρικό δίκαιο, αλλά και από όρους όπως «εταιρική κοινωνική ευθύνη» και «εταιρική διακυβέρνηση» δηλαδή από έννοιες απορρέουσες από διατάξεις του λογιστικού δικαίου που τείνουν να επηρεάσουν την ιδιαιτερότητα των εταιρικών θεσμών, καθώς η διαμόρφωση της καλής φήμης της εταιρίας μέσω κοινωνικών δράσεων και οικονομικής φύσεως παροχών για επίλυση ζητημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος αποτελεί ύψιστης αξίας άυλο αγαθό. Αφετέρου δε, η κατανόηση των όρων του κρατικού παρεμβατισμού για τη διασφάλιση της ελευθερίας της αγοράς και του ανταγωνισμού, ενός φαινομένου που παρά τη γενική εντύπωση είναι σύμφυτος και όχι εξ ορισμού ενάντιος του φιλελευθερισμού, διότι ο συνδυασμός ενός μοντέλου ανοιχτής αγοράς με ένα δημόσιας εποπτείας είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι λιγότερο κακό διαθέτουμε.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Όνειρο στη Γερμανία

Σε είδα στον ύπνο μου και μιλήσαμε, αλλά όχι λόγω της διάστασης του υποσυνειδήτου, μα επειδή βρεθήκαμε σε ξένη χώρα.

Romeoντισμός

 «Τι ψάχνεις;» «Ό,τι θέλησαν όλοι κάποτε κρυφά για τον εαυτό τους»